Περίπου το 1/3 των τραυματισμών του ανθρωπίνου σώματος παρατηρείται στο άνω άκρο. Το ποσοστό αυτό διπλασιάζεται στα εργατικά ατυχήματα, ενώ αυξημένο είναι και στα παιδιά. Οι υψηλοί αυτοί δείκτες καταδεικνύουν ότι το χέρι, ως το πλέον εκτεθειμένο τμήμα του σώματός μας, είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητο σε τραυματισμούς.

Είτε έχουμε να κάνουμε με σχετικά απλούς τραυματισμούς (κάταγμα ενός οστού, απλό θλαστικό τραύμα) είτε με σύνθετους (βλάβη σε οστά, νεύρα ή/και τένοντες, συνδεσμικές βλάβες, σύνθετες κακώσεις, εγκαύματα) είτε με χρόνια νοσήματα (νεοπλασίες κ.λπ.), η άμεση ιατρική παρακολούθηση είναι απαραίτητη προκειμένου να διαγιγνώσκονται και να θεραπεύονται κατά τρόπο έγκυρο και κατά χρόνο έγκαιρο τα παρουσιαζόμενα προβλήματα.

Μελετώντας τη δομή του σκελετού του άνω άκρου, διαπιστώνουμε ότι αυτός αποτελείται από τα εξής μέρη:

  • ωμοπλάτη
  • κλείδα
  • βραχίονας
  • κερκίδα
  • ωλένη
  • καρπός
  • μετακάρπια οστά
  • φάλαγγες δακτύλων

Τα οστά που εντοπίζονται στα τμήματα αυτά υφίστανται κακώσεις, οι οποίες είναι βλάβες προερχόμενες κυρίως από εξωγενείς αιτίες, τις περισσότερες φορές βίαιες. Οι κακώσεις διακρίνονται σε κατάγματα, εξαρθρήματα και βλάβες των μαλακών μορίων (διαστρέμματα), εκ των οποίων οι δύο πρώτες αφορούν τα οστά.

Ως κάταγμα ορίζεται το σπάσιμο ενός οστού.

Τα κατάγματα ταξινομούνται:

Α. Ανάλογα με την ένταση της βίας που τα προκάλεσε σε βίαια ,από καταπόνηση (επαναλαμβανόμενες μικροκαταπονήσεις)και παθολογικά(σε έδαφος προυπάρχουσας κύστης ή όγκου  κ.λπ.)

Β.Ανάλογα με την κλινική εικόνα σε ανοικτά (επλεγμένα) και κλειστά.Ανοικτά ονομάζονται τα κατάγματα που συνοδεύονται από τραύμα από το οποίο επικοινωνούν με το εξωτερικό περιβάλλον  Όταν δεν υπάρχει τέτοια επικοινωνία, τα κάταγματα λέγονται κλειστά.

Γ. Ανάλογα με το μηχανισμό σε: Άμεσα, όταν τα κατάγματα γίνονται στο σημείο  όπου έδρασε η βία. Έμμεσα, όταν συμβαίνουν μακριά από τη θέση  που εφαρμόζεται η βία .

Δ. Ανάλογα με τη φορά της γραμμής του κατάγματος σε σχέση προς τον άξονα του οστού τα κατάγματα μπορεί να είναι εγκάρσια, λοξά και σπειροειδή.

Ε. Άλλες υποδιαιρέσεις είναι :τα ενσφηνωμένα κατάγματα (όταν το ένα τμήμα με τη μικρότερη διάμετρο μπαίνει μέσα στο άλλο με τη μεγαλύτερη), Αποσπαστικά λέγονται τα κατάγματα που συμβαίνουν στα σηµεία πρόσφυσης των µυών ύστερα από βίαιη σύσπασή τους, Συντριπτικά είναι εκείνα που παρουσιάζουν στο επίπεδο του κατάγµατος περισσότερα από τρία οστικά τµήµατα κ.λ.π.

Ένα κάταγμα προκαλεί γενικά πόνο και δυσχέρεια ή αδυναµία στην κίνηση του µέλους.Επίσης συχνά συνυπάρχουν  τοπικό οίδηµα, ευαισθησία στην πίεση, παραµόρφωση ,εκχύµωση,  κριγµός,  αφύσικη  κίνηση, δηλαδή κίνηση  στο σηµείο του κατάγµατος που φυσιολογικά δεν υπήρχε.

Ανεξάρτητα αν η κλινική διάγνωση είναι βέβαιη ή όχι,ο ακτινολογικός έλεγχος  είναι πάντα απαραίτητος για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη κατάγµατος.

Οι επιπλοκές των καταγμάτων διακρίνονται σε άμεσες και απώτερες:

  • Άμεσες  μπορεί να είναι κάκωση αγγείων-νεύρων, λιπώδης ή πνευμονική εμβολή, σύνδρομο διαμερίσματος, πώρωση σε πλημμελή θέση κ.α.
  • Απώτερες είναι η καθυστέρηση πώρωση ,η δυσκαμψία της  άρθρωσης,  η Οστεοποιός μυοσίτιδα, Οστεομυελίτιδα,αρθρίτιδα,Αλγοδυστροφία κ.α.

Το εξάρθρημα είναι η μετατόπιση των οστών μιας άρθρωσης, η οποία μπορεί να είναι μερική ή ολική και μπορεί να προκαλέσει κάταγμα. Για το λόγο αυτό, πολλές φορές δεν είναι εύκολη η διάκριση του εξαρθρήματος από το κάταγμα και απαιτείται άμεση ιατρική επέμβαση προκειμένου να επανέλθουν τα οστά στην αρχική τους θέση, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις εξαρθρώματος («βγάλσιμο») ώμου.

Οι πιο συχνές κακώσεις των οστών του άνω άκρου είναι τo κάταγμα της ωμοπλάτης, τα κατάγματα των δακτυλικών φαλαγγών και αυτά των οστών του μετακάρπιου. Αντιμετωπίζονται είτε συντηρητικά, εφόσον η παρεκτόπιση του οστού είναι ελάχιστη, είτε χειρουργικά (οστεοσύνθεση), κυρίως όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ασταθή ή παρεκτοπισμένα (κατά δύο χιλιοστά και άνω) κατάγματα. Το κάταγμα και το εξάρθρημα συνοδεύονται από έντονα, δυστυχώς, συμπτώματα, τα πιο χαρακτηριστικά εκ των οποίων είναι τα εξής:

  • έντονος πόνος
  • οίδημα ή παραμόρφωση της περιοχής
  • αδυναμία κίνησης

Ως διάστρεμμα ορίζεται η κάκωση των συνδέσμων και του αρθρικού θυλάκου. Ανάλογα με τη σοβαρότητά του, ένα διάστρεμμα είναι 1ου, 2ου ή 3ου βαθμού και η αποκατάσταση του ασθενούς μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε συντηρητικά (γύψινος νάρθηκας) είτε χειρουργικά (κυρίως για 3ου βαθμού κακώσεις μαλακών μορίων).

Κατάγματα colles

Τα συνηθέστερα  κατάγματα του κάτω πέρατος της κερκίδος είναι γνωστά ως κατάγματα Colles, ονομασία που προήλθε από τον γιατρό που πρώτος περιέγραψε συστηματικά τον συγκεκριμένο τύπο κάκωσης. Τα κατάγματα Colles έχουν συχνότητα εμφάνισης 0,25% στο γενικό πληθυσμό, ενώ το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε γυναίκες άνω των 50, καθώς η οστεοπόρωση, που συχνά κάνει την εμφάνισή της σε αυτές τις ηλικίες, καθιστά τα οστά περισσότερο ευαίσθητα. Τα κυριότερα συμπτώματα των καταγμάτων Colles είναι το χαρακτηριστικό οίδημα, ο έντονος πόνος και η αδυναμία στις κινήσεις.

Θεραπεία

Συνήθως προτιμάται η συντηρητική θεραπεία, μέσω της ανάταξης της πληγείσας περιοχής και της ακινητοποίησής της για 1-2 μήνες. Συστήνεται στον ασθενή η πραγματοποίηση ενεργητικών ασκήσεων των δακτύλων καθ’ όλη τη διάρκεια της ακινητοποίησης προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος ελλιπούς κυκλοφορίας του αίματος στο χέρι εξαιτίας του οιδήματος.

Επιπλοκές

Παρόλο που η αποκατάσταση λαμβάνει χώρα, τις περισσότερες φορές, γρήγορα και ομαλά, εντούτοις δεν μπορούν να μην εξεταστούν και οι πιθανότητες επιπλοκής, οι πιο χαρακτηριστικές εκ των οποίων είναι οι εξής:

  • κερκιδική παρεκτόπιση
  • ρήξη τένοντα
  • βράχυνση κερκίδος
  • εξάρθρημα της κάτω κερκιδωλενικής άρθρωσης

Αγκώνας

Τα κατάγματα του αγκώνα και οι κακώσεις των μαλακών μορίων του αγκώνα είναι οι δύο μεγάλες κατηγορίες στις οποίες χωρίζονται οι τραυματισμοί του αγκώνα. Πιο συγκεκριμένα, τα κατάγματα στην περιοχή του αγκώνα αποτελούν έναν αρκετό συχνό τραυματισμό, ο οποίος αντιμετωπίζεται, τις περισσότερες φορές, χειρουργικά προκειμένου να επιτευχθεί η ανατομική ανάταξη και η οστεοσύνθεση. Οι κακώσεις των μαλακών μορίων, ιδιαίτερα οι θλάσεις, αποκαθίστανται, κυρίως, συντηρητικά, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ωστόσο, η χειρουργική θεραπεία είναι μονόδρομος (ρήξη τένοντα δικεφάλου, ρήξη ωλένιου πλάγιου συνδέσμου κ.λπ.).

Καρπός

Ο σκελετός του οστού αποτελείται από 8 οστά, τα οποία ανά τέσσερα είναι τοποθετημένα σε δύο σειρές. Συγκρατούνται μεταξύ τους με συνδέσμους, ενώ η κίνησή τους είναι εφικτή χάρη στις αρθρικές επιφάνειες που τα συνδέουν. Οι χαρακτηριστικοί τραυματισμοί του καρπού είναι οι εξής:

  • κατάγματα σκαφοειδούς
  • εξαρθρήματα μηνοειδούς

Και στις δύο περιπτώσεις απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή γιατί η διάγνωσή τους στις αρχικές ακτινογραφίες δεν είναι πάντοτε εφικτή. Όσον αφορά τα κατάγματα του σκαφοειδούς, η θεραπεία μπορεί να είναι είτε συντηρητική είτε χειρουργική, επιλογή που καθορίζεται από το βαθμό της εκτόπισης του κατάγματος: για απαρεκτόπιστα κατάγματα προτιμάται η συντηρητική αποκατάσταση, ενώ για κατάγματα με παρεκτόπιση δύο χιλιοστών και πάνω ακολουθείται η χειρουργική θεραπεία. Τα εξαρθρήματα του μηνοειδούς, είτε αυτά είναι παλαμιαία είτε ραχιαία, χρειάζονται χειρουργική επέμβαση προκειμένου να αναταχθεί το εξάρθρημα και να αποκατασταθούν οι ραγέντες σύνδεσμοι.

Τένοντες – Διατομές τενόντων

Η κίνηση και η έκταση των δακτύλων καθίσταται εφικτή χάρη στην αλληλεπίδραση των κινητήριων μονάδων του χεριού, οι οποίες περιλαμβάνουν τους μακρούς εκτείνοντες, τους μεσόστεους και τους καμπτήρες τένοντες. Οι τρεις αυτές μονάδες αποτελούν τον εκτατικό μηχανισμό του χεριού και η μεταξύ τους συνεργασία και αλληλεπίδραση καθορίζουν σημαντικά την κινησιολογία του.

Οποιαδήποτε διατομή σε σημεία του εκτατικού μηχανισμού μπορεί να προκαλέσει αδυναμία έκτασης των δακτύλων μέχρι και μόνιμες παραμορφώσεις, εφόσον ταυτόχρονα διαπιστώνονται κακώσεις στα οστά και το δέρμα. Όταν λαμβάνουν χώρα άμεσα τραύματα, η αποκατάσταση των τενόντων επιτυγχάνεται με Τ-Τ συρραφή, ενώ σε περιπτώσεις χρόνων τραυματισμών επιλέγεται τενόντιο μόσχευμα ή τελικοπλάγια συρραφή στους υγιείς τένοντες.

Νεύρα – Διατομές νεύρων

Η διατομή νεύρου αποτελεί έναν από τους πιο σοβαρούς τραυματισμούς του χεριού και μπορεί να οδηγήσει μέχρι και στη νάρκωσή του. Η θεραπεία και η αποκατάσταση είναι εξαιρετικά σύνθετες διαδικασίες και πρέπει να πραγματοποιούνται μόνο από πολύπειρο και εξειδικευμένο ορθοπεδικό χειρουργό.

Σε γενικές γραμμές, τρείς είναι οι κατηγορίες στις οποίες εντάσσονται οι τραυματισμοί των νεύρων:

α) νευραπραξία

β) αξονότμηση

γ) νευρότμηση

Η νευραπραξία είναι ο λιγότερο επώδυνος τραυματισμός ενός νεύρου και είναι προϊόν άμεσης πλήξης ή παρατεταμένης πίεσης (παράλυση χεριού κατά τη διάρκεια του ύπνου, παράλυση από κατανάλωση αλκοόλ, δυσλειτουργία μετά από χρήση πατερίτσας κ.λπ.). Τις περισσότερες φορές πρόκειται για προσωρινή διακοπή της ροής των ερεθισμάτων, ενώ το νεύρο λειτουργεί κανονικά. Η συγκεκριμένη βλάβη αντιμετωπίζεται με τη χρήση κηδεμόνων και με φυσιοθεραπείες.

Η αξονότμηση αποτελεί μια πιο σοβαρή βλάβη, η οποία προκαλεί παράλυση των μυών και μειωμένη αισθητικότητα. 15 ημέρες, πάντων, μετά τον τραυματισμό ξεκινά η αναγέννηση του νευράξονα, πράγμα που σημαίνει ότι ξεκινά η αποκατάσταση της κινητικής και αισθητικής λειτουργίας του νεύρου. Σε περιπτώσεις αξονότμησης, η ανανεύρωση μπορεί να διαρκέσει έως και 2 χρόνια, ενώ, συχνά, όταν η αποκατάσταση δεν είναι πλήρης, επιλέγεται η χειρουργική επέμβαση.

Η νευρότμηση είναι η πλήρης διατομή του νεύρου, με αποτέλεσμα να έχουμε άμεση απώλεια της οποιασδήποτε λειτουργίας του. Τόσο το περιφερικό κομμάτι του νεύρου όσο και η νευρομυϊκή σύναψη εκφυλίζονται και αυτό εγκυμονεί κινδύνους μη αναστρέψιμης βλάβης. Η νευρότμηση, αμέσως μόλις διαγνωσθεί, πρέπει να αντιμετωπιστεί χειρουργικά, με την εφαρμογή μικροχειρουργικής τεχνικής.

Ωλένιος πλάγιος αντίχειρας

Ο αντίχειρας αποτελεί το πιο σημαντικό δάκτυλο του χεριού μας, καθώς του προσφέρει τη συλληπτική ικανότητα, στοιχείο που διαφοροποιεί τη λειτουργία του ανθρωπίνου χεριού εν συγκρίσει με τα υπόλοιπα θηλαστικά. Η πολυαξονική -και ανεξάρτητη από τα άλλα δάκτυλα- κίνηση του αντίχειρα τον καθιστούν ευάλωτο σε τραυματισμούς, οι οποίοι μπορεί να είναι είτε απλοί (μεμονωμένα τραύματα οστών, συνδέσμων, δέρματος κ.λπ.) είτε πιο σοβαροί (ακρωτηριασμός).

Η ρήξη του ωλένιου πλάγιου συνδέσμου του αντίχειρα οφείλεται στη βίαιη απαγωγή του αντίχειρα και συνοδεύεται από έντονο πόνο και εμφανές πρήξιμο (οίδημα). Η ακτινογραφία και η μαγνητική τομογραφία είναι οι εξετάσεις εκείνες που βοηθούν στην ακριβέστερη απεικόνιση της συνδεσμικής ρήξης.

Η μερική ρήξη του συνδέσμου αντιμετωπίζεται κυρίως συντηρητικά, με την εφαρμογή ειδικού νάρθηκα για διάστημα 1-2 μηνών, ενώ για την ολική ρήξη οι ορθοπεδικοί χειρουργοί επιλέγουν τη χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία ο σύνδεσμος αποκαθίσταται με άγκυρα ράμματα ή και αυτομόσχευμα σε περιπτώσεις χρόνιας ρήξης.

Σύνδεσμοι αγκώνα

Οι σύνδεσμοι του αγκώνα είναι δύο, ο έσω πλάγιος και ο έξω πλάγιος. Ο έσω πλάγιος αποτελείται από μια πρόσθια, μια οπίσθια και μια λοξή δεσμίδα, η οποία είναι γνωστή ως «σύνδεσμος Cooper». H δομή του έξω πλαγίου συνδέσμου είναι πολυπλοκότερη και περιλαμβάνει τον κερκιδικό πλάγιο, το δακτυλιοειδή και τον ωλένιο πλάγιο σύνδεσμο.

Όσον αφορά τις ρήξεις του έσω πλαγίου συνδέσμου, οι περισσότερες εξ αυτών παρατηρούνται στην πρόσθια δεσμίδα και συνοδεύονται από θλάση στην έξω μοίρα του αγκώνα. Οι ρήξεις του ωλένιου πλάγιου συνδέσμου του αγκώνα είναι η βασικότερη αιτία στροφικής αστάθειας του αγκώνα, φαινομένου πολύ συχνού σε αθλητές της ενόργανης γυμναστικής.

Επικονδυλίτιδα

Η επικονδυλίτιδα είναι ένα από τα σύνδρομα υπέρχρησης που συνδυάζεται με έντονο πόνο στον αγκώνα, ο οποίος ανακλά στον βραχίονα ή και στον πήχη. Συνήθως οφείλεται στην έντονη καταπονητική χειρωνακτική εργασία. Αποτελεί συνήθη πάθηση που εντοπίζεται στους τενίστες γι’ αυτό και πολλοί την ονομάζουν νόσο των τενιστών.

Τα συνήθη συμπτώματα αφορούν τον έντονο πόνο στην εξωτερική πλευρά του αγκώνα αλλά και την δυσκολία να επιτελέσει καθημερινές δραστηριότητες, όπως το να κρατήσει μία κούπα με νερό, να ξεκλειδώσει μία πόρτα, να κάνει μία χειραψία ή ακόμη και να σφίξει το χέρι του, κι’ αυτό γιατί η κίνηση για την πραγματοποίηση όλων αυτών των κινήσεων προκαλεί πολύ έντονο πόνο.

Η θεραπεία της νόσου είναι συνήθως συντηρητική και αφορά την εφαρμογή μεθόδων, όπως είναι η φυσικοθεραπεία που απαραιτήτως απαιτεί την διακοπή της άσκησης, ή την τοποθέτηση του καταπονημένου σημείου σε γύψο για την ακινητοποίησή του.

Σπανιότερα χρειάζεται η εφαρμογή χειρουργικής επέμβασης και αυτό αφορά περιπτώσεις ασθενών που η κατάστασή τους είναι σε προχωρημένο στάδιο.

Τενοντίτιδες

Οι τενοντίτιδες εντοπίζονται κυρίως σε ανθρώπους που καταπονούν τον οργανισμό τους με έντονη συστηματική άσκηση. Οι ασθενείς που πάσχουν από τενοντίτιδα, εμφανίζουν φλεγμονή στον τένοντα και το σημείο, παρουσιάζει άνοδο της θερμοκρασίας και δυσκολία στην κίνηση. Στα πρώτα στάδια ο πόνος εντοπίζεται όταν ο ασθενής απέχει από την άσκηση και περνά όταν ασκείται.

Στα προχωρημένα στάδια όπου η κατάσταση του ασθενούς έχει διαιωνιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα στο καταπονημένο σημείο δημιουργείται έντονος οξύς πόνος.

Μέσω της δράσης των μυών τα οστά πραγματοποιούν κινήσεις. Όταν κάποιος πάσχει από τενοντίτιδα, ο μυς αδυνατεί να αλληλοεπιδράσει με τα οστά και να τα ωθήσει σε κίνηση και η προσπάθεια για μία τέτοια δραστηριότητα δημιουργεί ανυπόφορο πόνο.

Η θεραπεία για την τενοντίτιδα είναι συντηρητική και περιλαμβάνει  φυσικοθεραπείες, την χορήγηση αντιφλεγμονώδους αγωγής αλλά και κινησιοθεραπεία με την πραγματοποίηση συγκεκριμένων ειδικών ασκήσεων.

Στις περιπτώσεις των ασθενών όπου η κατάστασή τους είναι χρόνια, οι θεραπευτικές μέθοδοι διαρκούν περίπου τρεις με τέσσερις μήνες και στην συνέχεια χρειάζονται συντήρηση εφ’ όρου ζωής,

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΙΑΤΡΟ

Το όνομά σας (απαραίτητο)

Το email σας (απαραίτητο)

Θέμα

Το μήνυμά σας

Επικοινωνώντας μαζί μας αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου της ιστοσελίδας μας.